Menu
A+ A A-

Θετικός αντίκτυπος από την παρέμβαση του Υπουργού Υγείας, Α. Ξανθού στο Συμβούλιο Υπουργών Υγείας της ΕΕ

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το Υπουργείο Υγείας, χαρακτηρίζει πολύ θετικό τον αντίκτυπο που είχε η παρέμβαση της Ελλάδας δια του υπουργού Υγείας, Ανδρέα Ξανθού στη συζήτηση στο Συμβούλιο Υπουργών Υγείας της ΕΕ για την ευρωπαϊκή πολιτική φαρμάκου.

Ο έλληνας υπουργός ανέδειξε το ειδικό θέμα που απασχόλησε τη χώρα μας (αίτηση απόσυρσης φαρμάκου από τη Roche) ως σοβαρό πολιτικό ζήτημα που αφορά την ευχερή πρόσβαση ευρωπαίων ασθενών σε καινοτόμα και ακριβά φάρμακα. Ενδεικτικό της απήχησης αυτής της πρωτοβουλίας να τεθεί το θέμα σε επίπεδο Υπουργών Υγείας, ήταν η ρητή αναφορά συμπαράστασης και αλληλεγγύης προς την Ελλάδα από πολλές χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Ουγγαρία, καθώς από τον Επίτροπο Υγείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Vytenis Andriukaitis.

Ο κ. Andriukaitis επεσήμανε την ευαισθησία του θέματος της ισότιμης πρόσβασης σε κοινωνικά δίκαιες τιμές των καινοτόμων φαρμάκων και δήλωσε ότι χρειάζονται «ρήτρες» συνεχούς διαθεσιμότητας των φαρμάκων στην αγορά κάθε χώρας από τη στιγμή της έγκρισης, αδειοδότησης και τιμολόγησης τους.

Αναλυτικά παρακάτω η παρέμβαση του Υπουργού Υγείας, Α. Ξανθού στο Συμβούλιο Υπουργών Υγείας της ΕΕ

 

Αξιότιμε Πρόεδρε, αξιότιμε Επίτροπε, αγαπητοί συνάδελφοι

Όπως σας πληροφόρησα με πρόσφατη επιστολή μου, στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα αντιμετωπίσαμε ένα σοβαρό ζήτημα που αφορούσε την πρόσβαση σε ένα καινοτόμο αντικαρκινικό φάρμακο. Γνωστή ελβετική φαρμακευτική εταιρεία αιτήθηκε την απόσυρση φαρμάκου της από τη θετική λίστα αποζημιούμενων φαρμάκων, εξαιτίας της επιβολής ενός επιπρόσθετου rebate σε όλα τα νέα φάρμακα, το οποίο νομοθετήσαμε σε συμφωνήσαμε με τους «δανειστές» της χώρας μας, το 2017. Το μέτρο αυτό έχει μεταβατικό χαρακτήρα και κρίθηκε αναγκαίο μέχρις ότου αποδώσουν τα μακροπρόθεσμα διαρθρωτικά μέτρα εξορθολογισμού της φαρμακευτικής δαπάνης (ΗΤΑ, Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, υποχρεωτικά θεραπευτικά πρωτόκολλα, μητρώα ασθενών κλπ). Το αίτημα της εταιρείας απορρίφθηκε καθώς έθετε σε διακινδύνευση τη συνέχεια της θεραπείας σε ασθενείς με σοβαρό κακόηθες νόσημα (μελάνωμα). Ωστόσο, το θέμα δεν έχει κλείσει, καθώς o κίνδυνος δημιουργίας συνθηκών επισφάλειας για την παρουσία και άλλων ανάλογων φαρμάκων στην ελληνική αγορά, είναι υπαρκτός.

Πιστεύουμε ότι η συμπεριφορά της συγκεκριμένης φαρμακευτικής εταιρείας, αναδεικνύει ένα πολύ σοβαρό, ευρύτερο πολιτικό ζήτημα: την ανισότητα ευρωπαίων πολιτών στην πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες εξ’ αιτίας «επιθετικών» εταιρικών στρατηγικών της φαρμακοβιομηχανίας. Είναι μια πρακτική που προωθεί μια «αγοραία» αντίληψη για το φάρμακο, εις βάρος του κοινωνικού του χαρακτήρα και της προστασίας της Δημόσιας Υγείας. Αν επιτρέψουμε την ευόδωση τέτοιων εκβιαστικών κινήσεων, οι οποίες με απροκάλυπτο τρόπο βάζουν τα εταιρικά κέρδη πάνω από τις φαρμακευτικές ανάγκες των ανθρώπων και των εθνικών κρατών, όχι μόνο διακινδυνεύουμε το μείζον κοινωνικό δικαίωμα της ευχερούς πρόσβασης όλων των ασθενών στα αναγκαία φάρμακα, αλλά υπονομεύουμε και τον πολιτικό μας ρόλο ως εγγυητές της καθολικότητας και της ισότητας στην Υγεία.

Το θέμα των εμποδίων στην πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες δεν είναι καινούργιο. Από τον Ιούνιο του 2016, στα Συμπεράσματα του Συμβουλίου Υπουργών στη διάρκεια της Ολλανδικής Προεδρίας αναγνωρίστηκε το πρόβλημα των υψηλών τιμών των καινοτόμων φαρμάκων και τα ζητήματα βιωσιμότητας που αυτές θέτουν για τα συστήματα υγείας. Τιμές απαγορευτικές ακόμα και για οικονομικά εύρωστες χώρες, με αδιαφανή κόστη έρευνας και ανάπτυξης (R&D) και αυθαίρετα διαμορφωμένες.

Φυσικά, ιδιαίτερο θέμα πρόσβασης υπάρχει για τις μικρές ευρωπαϊκές χώρες, καθώς οι φαρμακευτικές εταιρείες, παρότι τα προϊόντα τους εγκρίνονται κεντρικά από τον ΕΜΑ, δεν τα κυκλοφορούν σε χώρες με μη «ελκυστικές» αγορές και χαμηλή προσδοκία κερδοφορίας.

Η πολιτική απάντηση σε όλα αυτά είναι η ενδυνάμωση πρωτοβουλιών διακρατικής συνεργασίας, όπως αυτές που έχουν ήδη συγκροτηθεί από αρκετές χώρες της ΕΕ, με σκοπό την από κοινού διαπραγμάτευση βιώσιμων τιμών αποζημίωσης αλλά και γενικότερα την ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνογνωσίας, καθώς και τη συγκρότηση μηχανισμών αποτελεσματικής παρέμβασης σε περιπτώσεις ελλείψεων (πραγματικών ή τεχνητών)σε ζωτικής σημασίας φάρμακα. Οι 8 χώρες της «Βαλέτα» φαίνεται ότι πλησιάζουμε στο στόχο της πρώτης πολυμερούς διαπραγμάτευσης προσιτών τιμών αποζημίωσης στα καινοτόμα φάρμακα. Η επιτυχία του εγχειρήματος θα είναι μια σημαντική εξέλιξη στην ευρωπαϊκή αγορά φαρμάκου και μια παρακαταθήκη ενισχυμένης διαπραγματευτικής ισχύος των μεμονωμένων κρατών-μελών απέναντι στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες.

Προτείνουμε :

Nα συνεχιστεί η συζήτηση για τον πυρήνα του προβλήματος, που είναι η υπονόμευση της πρόσβασης στο φάρμακο λόγω δημοσιονομικών περιορισμών και στρατηγικών αγοράς εκ μέρους των εταιρειών. Η κυκλοφορία νέων φαρμάκων για σοβαρές και απειλητικές για τη ζωή παθήσεις και μάλιστα σε προσιτές τιμές, δεν μπορεί να εξαρτάται σε καμιά χώρα της Ευρώπης από το businessplan κάθε πολυεθνικής, αλλά πρέπει να υπόκειται σε γενικούς κανόνες και δεσμεύσεις, με την εγγύηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι υπάρχουσες μορφές εθελοντικής συνεργασίας των κ-μ για βιώσιμες και «δίκαιες» τιμές αποζημίωσης χρειάζονται πολιτική στήριξη και ενίσχυση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι αθέμιτες εταιρικές πρακτικές ακυρώνουν κάθε προσπάθεια οικοδόμησης σχέσεων εμπιστοσύνης και συγκροτημένης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στα κράτη και τη φαρμακοβιομηχανία. Για το λόγο αυτό, απαιτούν συλλογική αντιμετώπιση και πολιτική αλληλεγγύη ανάμεσα στα κ-μ.

Να ανανεώσουμε την πολιτική μας βούληση για συνέργειες στην πληροφόρηση, την αξιολόγηση και την αλλαγή μοντέλου τιμολόγησης των νέων φαρμάκων, στο πλαίσιο των Συμπερασμάτων του Συμβουλίου του Ιουνίου 2016.

Να εντείνουμε την προσπάθεια δομημένου διαλόγου, με την τεχνική υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο της «Στρογγυλής Τράπεζας» ανάμεσα σε κράτη, φαρμακοβιομηχανία και συλλόγους ασθενών.
Ευχαριστώ ιδιαίτερα την Εσθονική Προεδρία και τον Επίτροπο Υγείας που συμπεριέλαβαν στην ατζέντα του Συμβουλίου την παρέμβαση μας, ενδυναμώνοντας τη συζήτηση και την κοινή προσπάθεια στο κοινωνικά και πολιτικά ζωτικό θέμα της ευχερούς πρόσβασης στα φάρμακα.

επιστροφή στην κορυφή