Με απώλειες που φτάνουν έως και το 30% ανά τομέα, ο κλάδος των καλλυντικών αποδυναμώνεται στο σύνολο του με την αξία του σε τιμές χονδρικής να διαμορφώνεται για το 2011 στα 800 εκατ. ευρώ. Οι προβλέψεις για το μέλλον κάνουν λόγο για περαιτέρω μείωση της αγοράς καλλυντικών, με την κατάσταση να αντιστρέφεται από το 2013.
Ανάλογη εικόνα εμφανίζει και το λιανεμπόριο που καταγράφει για δεύτερη συνεχή χρονιά απώλειες, οι οποίες ωστόσο δεν είναι κοινές ούτε για όλους τους τομείς καλλυντικών και υπηρεσιών ομορφιάς αλλά ούτε και για όλα τα δίκτυα διανομής. Η απουσία αγοραστικού ενδιαφέροντος λόγω της συρρίκνωσης του εισοδήματος οδήγησε τους λιανέμπορους σε πολλές και συχνά κάτω του κόστους προσφορές προκειμένου να διατηρήσουν τα μερίδιά τους. Υπολογίζεται πως το 60% των πωλήσεων που πραγματοποιούνται σήμερα στις αλυσίδες καλλυντικών οφείλονται στις ελκυστικές τους εκπτώσεις. Πάντως, λόγω των συνεχών εκπτώσεων έχει συμπιεστεί το περιθώριο κέρδους των αλυσίδων από 40% που ήταν το 2009 σε 10 έωs 15% σήμερα. Σύμφωνα με το Euromonitor International, το οικονομικό περιβάλλον δημιουργεί όξυνση στον ανταγωνισμό με τα προϊόντα πολυτελείας και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να πλήττονται άμεσα. Ειδικά η αδυναμία που εμφανίζουν οι τελευταίες είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα δάνειά τους.
Εν τω μεταξύ, σε επίπεδα τα τάξεως του 10% εκτιμώνται οι απώλειες από τα υπόλοιπα κανάλια διανομής (σούπερ μάρκετ, κομμωτήρια, φαρμακεία και απευθείας πωλήσεις κ.λπ.). Διευκρινίζεται ότι το 48% των εσόδων του κλάδου των καλλυντικών προέρχεται από τα σουπερ μάρκετ, το 22% από τις αλυσίδες επιλεκτικής διανομής το 12% από τα φαρμακεία, το 9% από τα κομμωτήρια και το 9% από τις απευθείας πωλήσεις.
Ειδικότερα για το κανάλι επιλεκτικής διανομής, εκτιμάται ότι πέρυσι ο συνολικός του τζίρος διαμορφώθηκε στα 170 εκατομμύρια ευρώ από τα 200 εκατ. που ήταν το 2010. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι υπό αυτές τις συνθήκες θα αναγκαστούν σε αναδιοργάνωση των δικτύων τους με παράλληλη μείωση του αριθμού των καταστημάτων τους. Σε δυσχερή θέση, εξάλλου, βρίσκονται και οι προμηθευτές οι οποίοι αναφέρουν ότι πλέον πληρώνονται σε επτά μήνες για παραδοθέντα εμπορεύματα από τρεις μήνες που ήταν προ διετίας.
Εν τω μεταξύ, ανά κατηγορία προϊόντων, η κατάσταση του κλάδου είναι μεικτή. Θετικά μηνύματα προέρχονται από τον τομέα του μακιγιάζ, ενώ στον αντίποδα κινείται ο τομέας των προϊόντων κομμωτηρίου που καταγράφει απώλειες της τάξεως του 30%. To μεγάλο ποσοστό πτώσης δικαιολογεί τα λουκέτα του κλάδου, τα οποία ανέρχονται σε 1.500. Μάλιστα, όπως εκτιμούν στελέχη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Κομμωτών, ενδέχεται να κλείσουν ακόμη 2.000 κομμωτήρια.
Σημειώνεται ότι σήμερα περισσότερα από 12.000 λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα και ο συγκεκριμέvos κλάδος αποτελεί περίπου το 6% τα ελληνικής αγοράς καλλυντικών. Τέλος, το κανάλι του φαρμακείου που αντιστοιχεί στο 14% της αγοράς, καταγράφει πτώση που φθάνει το 12%-13%.
Πλήττονται οι εξαγωγές
Παρά το γεγονός ότι οι βιομηχανίες καλλυντικών έχουν λάβει από το 2010 την απόφαση να ενισχύσουν τις εξαγωγές τους ως άμυνα έναντι της συρρίκνωσης της εγχώριας αγοράς, η σημερινή πραγματικότητα δεν επιτρέπει ευελιξία κινήσεων. Η μεγαλύτερη συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η μείωση της ρευστότητας σε μία αγορά που έχει απόλυτη ανάγκη από διαθέσιμα κεφάλαια.
«Υπάρχουν σημαντικές ελληνικές εταιρείες με έντονο εξαγωγικό προφίλ, οι οποίες όμως χάνουν ρευστότητα όταν δεν τους επιστρέφεται ο ΦΠΑ. Οι εξαγωγές, δηλαδή, δεν στηρίζονται επαρκώς, όταν δεν επιστρέφεται ο ΦΠΑ. Κι αυτό συμβαίνει σε μια εποχή που η αγορά συρρικνώνεται και οι επιχειρήσεις επενδύουν στην εξωστρέφεια, με στόχο να διευρύνουν την πελατειακή τους βάση και να ενισχύσουν τις πωλήσεις τους» αναφέρει ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Βιομηχάνων και Αντιπροσώπων Αρωμάτων και Καλλυντικών (ΠΣΒΑΚ) κ. Θεόδωρος Γιερμενίτης.
Πηγή: Καθημερινή


